Zero Hour contracts-Zero Life

download

Εδώ και καιρό τα εργασιακά μας διακιώματα διαλύονται και νέες μορφές εργασιακής σκλαβιάς έρχονται να τα ααντικαταστήσουν ανα το παγκόσμιο. Διανύουμε την εποχή  όπου ξεδιάντροπα οι καπιταλιστές μας κλέβουν κάθε εργασιακή κατάκτηση επειδή αυτοί δεν κερδίζουυν όσα θα ήθελαν από τις επιχειρήσεις τους. Είναι γεγονός πια ο καπιταλισμός τους ψυχορραγεί και καλούμαστε εμείς, οι εργάτες, να τον αναστήσουμε κυριολεκτικά με το δικό μας αίμα.

Υπο αυτά τα δεδομένα η Αγγλία δεν δίστασε να εφεύρει ένα καινούριο μοντέλο εργασίας, με πρόσχημα την ευελιξία που απαιτεί η νέα αναδυόμενη αγορά μέσα από την κρίση, το λεγόμενο Zero Hour Contract. Το συμβόλαιο αυτό είναι ακριβώς ότι λέει το όνομα του, ένα μηδενικό επί της ουσίας. Ο εργοδότης δεν δεσμεύεται απέναντι στον εργαζόμενο ούτε για το αν θα του παρέχει έστω και μία ώρα εργασίας την βδομάδα. Αντίθετα , ο εργαζόμενος θα πρέπει να βρίσκεται σε μια συνεχή αναμονή για το πότε θα τον ειδοποιήσουν να πάει να εργαστεί.

Περαιτέρω, το συγκεκριμένο συμβόλαιο αυτομάτως σε βγάζει από τις λίστες των ανέργων και φυσικά δεν σου παρέχει κανένα επίδομα, όπως άδειες ασθενείας ή άλλα οφελήματα.Στην ουσία είσαι στο έλεος του εργοδότη σου αν και εφόσον σου τηλεφωνήσει.

Η μεγάλη εταιρία Sports Direct τα τελευταία χρόνια απασχολεί κυρίως αυτού του είδους τους εργαζόμενους αλλά και η πασίγνωστη εταιρία KFC (Kentaky Fried Chicken) μετέβαλλε χωρίς κάποια προειδόποιηση τα συμβόλαια των εργαζομένων της σε zero Hour Contracts. Όταν κάποιος τόλμησε να διαμαρτυρηθεί η απάντηση που ήρθε ήταν πώς στο συμβόλαιο που υπέγραψαν υπήρχε ο όρος πως η εταιρία έχει κάθε δικαίωμα να μεταβάλλει τους όρους εργασίας σύμφωνα με τις αναγκες της.

Στο δια ταύτα λοιπόν, η κρίση του καπιταλισμού τους προάγει ένα νέο είδος ζωής, αυτό της ελαστικής όπου επίκεντρο είναι η εργασία και τίποτα άλλο. Βάζεις την ζωή σου σε μια αναμονή εφόσον δεν ξέρεις πότε θα δουλέψεις και νοουμένου ότι πρέπει να πληρώνεις τα έξοδα διαβίωσης σου. Δεν έχεις πια ωράριο, ωφελήματα και στην ουσία δεν είναι σίγουρο εαν θα έχεις έστω και μία ώρα εργασίας την βδομάδα.

Μας ετοιμάζουν ένα μέλλον χωρίς δικαίωμα στην ελπίδα και στο όνειρο πώς θα μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο εκτός από το να δουλεύουμε. Εαν είσαι άρρωστος, εγκυμονείς, χρειάζεσαι διακοπές ή ελεύθερο χρόνο τους είσαι άχρηστος. Είναι χρήσιμα μόνο τα εργατικά ρομπότ , οι άνθρωποι που θα νοιάζονται μόνο για να δουλεύουν όσο περισσότερο γίνεται. Πληρώνουμε για να ανακάμψει ο καπιταλισμός τους αλλά στα κέρδη θα είναι μόνοι.

Επιβάλλεται να συνειδητοποιήσουμε πως έχουμε θυσιάσει καθε τι πια γιατί τους επιτρέψαμε να χρησιμοποιήσουν το φόβο μας για το αύριο προς όφελός τους. Ας μην τους αφήσουμε να καταλύσουν κάθε μας δικαίωμα προκειμένου να γίνουν μεγαλύτερες οι πολυεθνικές τους.

Ρισκαρε τη δεκαρα ,που ουτε δεκαρα πια δεν ειναι

Τον τοπο για υπνο που πανω του πεφτει η βροχη

Και της δουλειας τη θεση που αυριο θα χασεις

Μπρος στο δρομο εξω ! Αγωνισου !

ΤΟ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΤΣΕ…

Tο γράμμα του ΤΣΕ πριν φύγει από την Κούβα που εδώ και καιρό ήθελα να ανεβάσω. Ένα χρέος που εκπληρώθηκε πια.

Εκτός από ιδεαλιστής και επαναστάτης ήταν και πολύ καλός στην συγγραφή. Πολύ συγκινητικό .500full

 

Φιντέλ,

Αυτή τη στιγμή θυμάμαι πολλά πράγματα-όταν σε γνώρισα στο σπίτι της Μαρίας-Αντωνίας, όταν μου πρότεινες να σε ακολουθήσω, την ένταση της προετοιμασίας. Μια μέρα ήρθαν και μας ρώτησαν ποιος θα έπρεπε να ειδοποιηθεί σε περίπτωση θανάτου μας. Τότε η συνειδητοποιήσαμε την πιθανότητα αυτή. Αργότερα μάθαμε ότι ήταν αλήθεια, ότι σε μια επανάσταση νικά κανείς ή πεθαίνει (αν είναι πραγματική). Πολλοί σύντροφοι έπεσαν στην πορεία προς τη νίκη.

Σήμερα τα πάντα έχουν ένα λιγότερο δραματικό τόνο, επειδή είμαστε πιο ώριμοι, αλλά το γεγονός επαναλαμβάνεται. Αισθάνομαι ότι έχω κάνει το καθήκον μου προς την Κουβανέζικη επανάσταση, στο έδαφός της, και αποχαιρετώ εσένα, τους συντρόφου, το λαό σου ο οποίος είναι τώρα δικός μου.

Παραιτήθηκα επίσημα από τις θέσεις μου στην ηγεσία του κόμματος, το πόστο μου σαν υπουργός, το βαθμό μου σα διοικητής και την υπηκοότητά μου. Δεν έχω κανένα πια δεσμό νομικά με την Κούβα. Οι μόνοι δεσμοί που εχω είναι άλλης φύσεως-αυτοί που δεν σπάνε όπως οι διορισμοί σε πόστα.

Ανασκοπώντας τη ζωή μου, πιστεύω ότι δούλευα με αρκετή τιμιότητα και αφοσίωση για να εδραιώσω την επαναστατική κατάκτηση.

Το μόνο μου σοβαρό λάθος ήταν το ότι δεν σου έδειξα αρκετή εμπιστοσύνη απ’ τις πρώτες στιγμές στη Σιέρα Μαέστρα και το ότι δεν κατάλαβα αρκετά γρήγορα τις ηγετικές και επαναστατικές σου ικανότητες. Έζησα υπέροχες στιγμές δίπλα σου και αισθάνομαι την τιμή να ανήκω στους ανθρώπους σου στις λαμπρές μα λυπημένες μέρες της κρίσης της Καραϊβικής. Λίγοι πολιτικοί είναι στις μέρες μας τόσο λαμπροί όσο εσύ. Είμαι επίσης περήφανος που σε ακολούθησα χωρίς δισταγμό, που ταυτίστηκα με τον τρόπο που σκέφτεσαι και που εκτιμάς τους κινδύνους.

Άλλα έθνη του κόσμου χρειάζονται τις ταπεινές μου προσπάθειες συμπαράστασης. Μπορώ να κάνω αυτό που εσύ δεν μπορείς λόγω της ευθύνης σου στην αρχηγία της Κούβας, και έφτασε ο καιρός να αποχωριστούμε.

Πρέπει να ξέρεις ότι αυτό το κάνω με ανάμεικτα συναισθήματα. Αφήνω εδώ την πιο αγνή μου ελπίδα σαν χτίστης και σαν αγαπημένος αυτών που λατρεύω. Και αφήνω τους ανθρώπους που με δέχτηκαν σα γιο. Αυτό πληγώνει ένα μέρος της ψυχής μου. Μεταφέρω στα πεδία των νέων μαχών την πίστη ότι με δίδαξες, το επαναστατικό πνεύμα του λαού μου, το αίσθημα της εκπλήρωσης ενός απ’ τα πιο ιερά καθήκοντα: να πολεμάς όπου και να είσαι τον ιμπεριαλισμό. Αυτό είναι μια πηγή δύναμης και ακόμη, γιατρεύει τις βαθύτερες πληγές.

Δηλώνω για άλλη μια φορά ότι απαλλάσσω την Κούβα από κάθε ευθύνη, εκτός απ’ αυτή που προέρχεται απ’ το παράδειγμά της. Αν ο θάνατος με βρει κάτω από άλλους ουρανούς, η τελευταία μου σκέψη θα είναι γι αυτό το λαό και ειδικά για σένα.

Είμαι ευγνώμων για τη διδασκαλία και το παράδειγμά σου, στο οποίο θα προσπαθήσω να σταθώ πιστός μέχρι τις τελικές συνέπειες των πράξεών μου. Πάντα ταυτιζόμουν με την εξωτερική πολιτική της επανάστασής μας, όπως και συνεχίζω. Όπου κι αν βρίσκομαι, θα αισθάνομαι την ευθύνη του να είσαι Κουβανός επαναστάτης και σαν τέτοιος θα συμπεριφέρομαι. Δεν λυπάμαι που δεν άφησα τίποτα υλικό στη γυναίκα και τα παιδιά μου. Είμαι ευτυχισμένος που έγινε έτσι. Δε ζητώ τίποτα γι αυτούς γιατί το κράτος θα φροντίσει να έχουν αρκετά για να ζήσουν και να μορφωθούν. Θα είχα πολλά να πω σ’ εσένα και το λαό μας, αλλά αισθάνομαι ότι είναι άχρηστα. Οι λέξεις δεν μπορούν να εκφράσουν αυτό που θα ήθελα και δεν υπάρχει λόγος να ξοδεύω σελίδες.

Πάντα μπροστά για τη νίκη!

Πατρίδα ή θάνατος!

Σε αγκαλιάζω με όλο τον επαναστατικό μου ζήλο.

Σωπαίνουν μόνο οι Νεκροί…

Ξυπνάς μια ωραία μέρα όπου βρίσκεσαι ξανά πίσω στο σπίτι σου κι όλα αυτά που έμαθες στα φοιτητικά σου χρόνια, δεν μετράνε πια, δεν έχουν καμιά ισχύ. Ούτε η ελευθερία , ούτε η ανεξαρτησία δεν έχουν την ίδια βαρύτητα όπως πρώτα.

Επιστρέφεις στη βάση σου, ποου εκτός από την προσαρμογή που προσπαθείς να αντιμετωπίσεις έρχεσαι αντιμέτωπος με ακόμα ένα πρόβλημα. Ίσως όμως να μην είναι τόσο μια συνέπεια του τέλους μιας ανέμελης ζωής όσο η λογική συνέχεια των πραγμάτων:  Το να ενταχθείς σε ένα κοινωνικό σύνολο, με του οποίου τις αρχές διαφωνείς καθέτως.

Έρχεσαι αντιμέτωπος με μισ τεχνική που τη λένε «ΣΩΠΑΣΕ» και το αποτέλεσμα της είναι αρκετά διαβρωτικό. Μη μιλάς, κάνε τουμπεκί, μόκο, πώς το λένε βρε παιδί μου, ΣΚΑΣΕ ΠΙΑ!!

Ό,τι ήξερες δεν ισχύει πια, πρέπει να μη μιλάς αν θες να μην κακοφανίσεις τον εργοδότη σου ( και κατεπέκταση να έχεις ένα ήρεμο εργασιακό περιβάλλον και κυρίως να πληρώνεσαι κανονικά) , τον προιστάμενο σου, τον γείτονά σου, τον εφοριακό σου, τον γνωστό σου κτλ. Όποια αντίθετη άποψη φυσικά σε συζήτηση με συνομιλητή μεγαλύτερης ηλικίας από τη δική σου έχει πάντα μία και μόνο κατάληξη: «όταν  μεγαλώσεις φυσικά θα αλλάξεις γνώμη. Είσαι μικρός ακόμα και δεν ξέρεις. Σώπα τώρα μέχρι να σου περάσει»

Συμβιβάσου, τώρα έρχονται δύσκολοι καιροίλ, τους έχεις ανάγκη, μη μιλάς , σώπαινε. Θα περάσει κι αυτό. Σώπα και σώπα, μπήκε η σκέψη μας στο αθόρυβο προφίλ. Μη λες τα αυτονόητα, Μην διεκδικείς! Όλα στη ζωή είναι ένας συμβιβασμός.

Μου’χε πει ένας καθηγητής μου πώς είμαι από τους ανθρώπους που δίνουν γροθιά στο μαχαίρι και πώς κάτι τέτοιοι άνθρωποι άλλαξαν τον κόσμο. Όταν ακούω την λέξη συμβιβασμός από όλους αυτούς τους ανθρωπάκους και επιτήδειους παρτάκηδες μου ‘ρχεται πραγματικά να ουρλιάξω.

Πόσες φορές να πω τα ίδια σε ανθρώπους που δεν έχουν κανένα επίπεδο ή άλλο ενδιαφέρον εκτός από το σίριαλ παίζει στην τηλεόραση κάθε βράδυ? Πώς να τους μιλήσεις για βασικά ιδεώδηόπως π.χ. η αλληλεγγύη και να μην σε κοιτάνε σαν εξωγήινο? Κι εκεί που πιάνω το κεφάλι μου να δω μήπως έβγαλα κανένα πτυσσόμενο μάτι σαν άλλος E.T. συνηδειτοποιώ πώς η σιωπή ίσως να είναι η καλύτερη λύση τελικά.

Κι αναρωτιέμαι πια, όταν τελικά σωπάσεις για τα καλά και συμβιβαστείς θα ευχαριστηθούν? Άμα σκύψεις το κεφάλι, θα σε συγχαρούν? Ή μήπως πάλι θα αρχίσουν να σου ζητούν κι άλλα πιο πολλά απο αυτά που έχεις και μπορείς να δώσεις?  Θα σου ζητούν μέχρι να δηλώσεις πλήρη υποταγή σε κάθε προκλητικό και παράλογο θελημά τους!

Κι ο φόβος που ριζώνει στην καρδιά μου είναι μήπως μια μέρα ξυπνήσω και κοιτάξω στον καθρέφτη. Αν αυτό που θα δω μετά από χρόνια δεν θα είμαι ΕΓΩ. Μήπως αντικρύσω μια μάσκα που έχει γίνει ένα με το πρόσωπό  μου, που δεν φαίνεται ότι είναι μάσκα είναι τόσο αληθινή. Μήπως μέσα από τα μάτια μου θα συλλαβίζεται η λέξη Σ-Υ-Μ-Β-Ι-Β-Α-Σ-Μ-Ο-Σ ?

Μα η αδήρητη ανάγκη μου είναι πρ’ωτα η ελευθερία και η δικαιοσύνη. Κι αν ακόμη κι αν κάποιοι προσπαθούν να υποκαταστήσουν με ξύλο τον διάλογο και φορτίζουν με διαφορετικά νοήματα την κάθε λέξη, η ελευθερία και η διακιοσύνη πάντα θα διατηρούν το νόημά τους, όχι σαν λέξεις αλλά σαν ιδεώδη! Γιατί ακόμη χειρότερο από ένα πεινασμένο στο μάχι είναι ένας σκλαβωμένος λαός που ξέχασε από καιρό πια τι παεί να πει σκέφτομαι ελεύθερα, τι παει να πει εκφράζομαι ελεύθερα!

Και σας ρωτώ εσείς θα σωπάσετε? Σαν όλους τους υποκριτές που το παίζουν πατριώτες? Για ένα κομμάτι ψωμί? Που ούτε κι αυτό πια δεν θα το έχουμε μετά ? Θα τους αφήσουμε να τα ρημάξουνε όλα πια?

Για  μένα προσωπικά σωπαίνουν μόνο οι ΝΕΚΡΟΙ! Ας μην καταντίσουμε Ζωντανοι-νεκροί!!!!

Τα ευτράπελα της Τηλεόρασης

..Κι εκεί που κάθεσαι στο καναπέ και μόλις τελείωσε μια σαχλαμάρα-σίριαλ που έβλεπες για άγνωστο λόγο κάνεις την σκέψη «Ωχ ποιος σηκώνεται να πάρει το τηλεκοντρόλ να αλλάξει κανάλι, άσε θα δούμε τις ειδήσεις»  (Γιατί κατά ένα περίεργο λόγο το τηλεκοντρόλ είναι πάντα μακριά όταν το χρειάζεσαι – αυτό είναι ΝΟΜΟΣ! ).

Τυχαία λοιπόν βλέπεις το Μέγκα και ξεκινάει η πρώτη η είδηση που λέει «Κατηγορεί τους πάντες ο Χριστόφιας εκτός από την Κυβέρνηση» , η δεύτερη είδηση που αναφέρει πώς » Ο πρόεδρος Χριστόφιας ζητάει και τα ρέστα» και η τρίτη είδηση που επιρρίπτει κατηγορίες και στην εκκλησία (σ.σ. Στον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο).

Ο παρουσιαστής λοιπόν για να συνεχίσει αντικειμενικά το ρεπορτάζ είναι πραγματικά υποχρεωμένος να τηλεφωνήσει στον Αρχιεπίσκοπο και να τον ρωτήσει » Τι είναι αυτά που λέει ο κ. Πρόεδρος?? Πώς είναι δυνατόν κι άλλα τέτοια !! «. Όμως ο Αρχιεπίσκοπος ατάραχος λέει στον παρουσιαστή » Δεν έχει πατήσει κανείς εκ μέρους της Κυβέρνησης στην επίσημη Δοξολογία που κάναμε για το νέο έτος. Αίσχος! Εμείς όμως σαν καλοί Χριστιανοί τους καλέσαμε » (Βέβαια δίνει στην ψύχρα το μόνο μέλος της Κυβέρνησης που μιαν την άλλη παρευρίσκεται στη Θεία Λειτουργία, παραδίδοντας τα ανάλογα εύσημα! )

Δεν ξέρω για σας τι σταντ-απ κόμεντι στην Κύπρο γίνονται και βλακείες. Αν θες να γελάσεις πραγματικά και με την ψυχή σου συντονίσου στις 20.20 το βράδυ στο Μέγκα. Αύθονο γέλιο και ποικιλία ειδήσεων. Γιατί πραγαματικά αν δεν είναι είδηση το ότι ο Αριστερός Πρόεδρος κατηγορεί τον ΑΡχιεπίσκοπο πώς είναι πανταχού παρόν και τα ευρώ πληρών τότε τι είναι ?? ΑΑΑ!!! Όλα κι όλα να μην κατηγορούμε πώς ο Αρχιεπίσκοπος είναι Πππαραδόπιστος (σ.σ. Βγάζει κι από την μύγα ξύγκι που λένε και στην μητερα πατρίδα!) γιατί ο Μακαριότατος -τρομάρα του- διευκρίνισε πώς η Εκκλησία κάνει τις επενδύσεις της αλλά όχι για ίδιον όφελος αλλά για να βοηθάει τον λαό της !

Δυστυχώς το «εργάκι» δεν έχει χάππι έντ όμως εγώ γέλασα άφθονα και μπορώ να πω ότι ήταν μια ευχάριστη νότα στο κλίμα των εορτών.

Φυσικά δεν υπάρχει περίπτωση επειδή συμφωνώ ιδεολογικά με τον Πρόεδρο να τον βγάλω λάδι όμως τι είναι καλύτερο να είσαι αριστερός και να σκέφτεσαι και τον διπλανό σου ή να είσαι αντιπρόσωπος του Θεού και να σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου?

Φορο τιμής στον Ανθρωπο με Α!

 

Νίκος Μπελογιάννης

Ανδριάντας του Μπελογιάννη στο Βερολίνο

Τελετή στην Λειψία στην μνήμη του Μπελογιάννη

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν Έλληνας αγωνιστής της αντίστασης κατά των Γερμανών και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ που εκτελέστηκε το 1952 ως κομμουνιστής με την κατηγορία της κατασκοπείας. Η δίκη και η εκτέλεσή του έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα και προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις, ενώ έμειναν στην ιστορία ως παράδειγμα υπερβολικής σκληρότητας των μετεμφυλιοπολεμικών αντικομμουνιστικών διώξεων.

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Από μικρή ηλικία εντάχθηκε στο ΚΚΕ και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά. Το 1941 παραδόθηκε στις γερμανικές αρχές Κατοχής μαζί με άλλους αριστερούς κρατουμένους.Η ζωή του

Το 1943 κατάφερε να δραπετεύσει και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο στο πλευρό του Άρη Βελουχιώτη.

Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο που επακολούθησε ήταν Πολιτικός Επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού και μετά την ήττα ήταν ένας από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν τη χώρα το 1949.

Η σύλληψη και η δίκη του

Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα με σκοπό να ξαναφτιάξει τις οργανώσεις του παράνομου τότε ΚΚΕ στην Αθήνα, που είχαν διαλυθεί από τις συλλήψεις πολλών στελεχών του και από το φόβο. Στις 20 Δεκεμβρίου 1950 συνελήφθη και δικάστηκε με βάση το Ν. 509/1947, που θεωρούσε εγκληματική οργάνωση το ΚΚΕ και το είχε κηρύξει παράνομο. Επίσης, κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951 με 92 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο μετέπειτα δικτάτορας την 21η Απριλίου 1967, ως έκτακτος στρατοδίκης. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν ο μοναδικός από τους στρατοδίκες που ψήφισε ενάντια στην θανατική καταδίκη του Μπελογιάννη. Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. Μετά την διεθνή κατακραυγή που ακολούθησε, ο Νικόλαος Πλαστήρας δηλώνει ότι η απόφαση δε θα εκτελεστεί. Αποφασίζεται όμως ο Μπελογιάνης και ορισμένοι άλλοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε νέα δίκη με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας, με στόχο να αναιρεθεί η αμνηστία που υποχρεώθηκε να του δώσει. Εν τω μεταξύ στις 16 Νοεμβρίου 1951 βρίσκονται παράνομοι ασύρματοι στις περιοχές Καλλιθέας και Φαλήρου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους στρατοδίκες, για επιστράτευση του νόμου περί κατασκοπείας. Έτσι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι κατηγορούμενοι προσάγονται σε νέα δίκη. Η δεύτερη αυτή δίκη αρχίζει στις 15 Φεβρουαρίου 1952, με βάση το μεταξικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών. Ο Μπελογιάννης αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και πρόβαλε τις πατριωτικές του ενέργειες κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η δίκη του πήρε μεγάλη δημοσιότητα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη. Έμεινε γνωστός ως «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», από ένα φρέσκο κόκκινο γαρύφαλλο που κρατούσε καθημερινά. Ο Πάμπλο Πικάσο εμπνεύστηκε ένα διάσημο σκίτσο από την εικόνα του ανθρώπου με το γαρύφαλλο.

Διεθνής κινητοποίηση

Μέσα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, η κυβέρνηση Πλαστήρα λαμβάνει περίπου 250.000 τηλεγραφήματα από όλο τον κόσμο, με τα οποία πολλοί επώνυμοι και μη ζητούν τη σωτηρία του Μπελογιάννη. Ανάμεσά τους ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, καθώς και 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Πικάσσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν είναι μερικά μόνο από τα ονόματα διανοούμενων και καλλιτεχνών που προσπαθούν να σώσουν τον Μπελογιάννη.

Παρέμβαση υπέρ του Μπελογιάννη έκανε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Σπυρίδων λέγοντας: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Η καταδίκη και η εκτέλεσή του

Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση, το δικαστήριο αποτελούμενο αυτήν την φορά από τακτικούς στρατοδίκες, καταδίκασε τον Μπελογιάννη και τρεις ακόμα συντρόφους του ομόφωνα σε θάνατο, την 1η Μαρτίου 1952. Λίγο αργότερα έρχεται στη δημοσιότητα το γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υπόσχεται να παρουσιαστεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολουθεί η διάψευση από τον Νίκο Ζαχαριάδη από τον ραδιοφωνικό σταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» του Βουκουρεστίου , αλλά και από το ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που χαρακτηρίζουν την επιστολή «μύθευμα της αστυνομίας», ενώ αντίθετα το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει πως ο γραφικός χαρακτήρας της επιστολής και η υπογραφή είναι γνήσια.
Πάντως όταν αυτό έγινε γνωστό ο ίδιος ο Ν. Μπελογιάνης που ανέμενε στη φυλακή απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων φέρεται να δήλωσε στον συνήγορό του Μηνά Γαλέο, που τον επισκέφτηκε ότι «ο Νίκος Πλουμπίδης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν όργανο της ασφάλειας«.
Τελικά η επιστολή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν θα συναλλαγεί με τον καταζητούμενο για κομμουνιστική δράση Πλουμπίδη.

Η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε ποτέ, ούτε δόθηκε χάρη, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή και ώρα 4.10΄ τη νύχτα, οι τέσσερις μελλοθάνατοι μεταφέρθηκαν νωρίς το πρωί από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού. Η ώρα και η ημέρα της εκτέλεσης ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη (οι εκτελέσεις γινόταν πάντα με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ μέρα Κυριακή ακομα και από τους Γερμανους Ναζι κατακτητες) και φέρεται να έγινε τότε για να προλάβουν οι υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος.

Το πολιτικό παρασκήνιο

Η δίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη συνέβησαν την περίοδο που ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας επιχειρούσε να επιβάλει πολιτική εθνικής συμφιλίωσης. Στο πρόγραμμά του ήταν η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και των πολιτικών κρατουμένων και ενδεχομένως ακόμα και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Η ενεργοποίηση όμως του νόμου περί κατασκοπείας και η καταδίκη του Μπελογιάννη ώθησαν τα πράγματα στα άκρα, αποκαλύπτοντας έτσι ότι η όλη υπόθεση υποκινήθηκε από ανώτερους αξιωματικούς, ΙΔΕΑτες έτσι ώστε να τορπιλιστεί η πολιτική Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας φέρεται να ήταν αντίθετος στις εκτελέσεις, όμως ήταν μόνος και άρρωστος, (οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί του Κέντρου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που στήριζε την κυβέρνηση Πλαστήρα, και ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν υπέρ των εκτελέσεων). Επίσημα όμως διέψευσε ότι δεν ήταν κύριος της κατάστασης και ότι οι εκτελέσεις έγιναν χωρίς την έγκρισή του. Η εκτέλεση Μπελογιάννη κατέφερε πλήγμα στην αξιοπιστία της κεντρώας κυβέρνησης, η οποία σε ένα από τα βασικά της συνθήματα, την ειρήνευση, φάνηκε ανακόλουθη. Συνιστούσε μια «…απότομη οπισθοδρόμηση στις πρακτικές του Εμφυλίου Πολέμου…» από μια κυβέρνηση που ταυτόχρονα προωθούσε τα μέτρα ειρήνευσης και από ένα πρωθυπουργό που δεν είχε διστάσει να παραιτηθεί τον Αύγουστο του 1950, υποστηρίζοντας την κατάργηση της θανατικής ποινής.[1]

Με τον θάνατό του ο Μπελογιάννης έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής αριστεράς. Λίγες μέρες μετά την εκτέλεση το όνομά του δόθηκε σε ένα χωριό στηνΟυγγαρία που στέγαζε Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Το χωριό Μπελογιάννης υπάρχει μέχρι σήμερα.

Πολύ σημαντικό στοιχείο για την δίκη του είναι ότι ο Μπελογιάννης κατάφερε να την μεταστρέψει ενάντια των κατηγόρων του με την ιστορική του απολογία.Ανάμεσα σε άλλα είπε: «Ο λόγος που δικάζομαι είναι η ιδιότητα μου ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ» και ότι «οι κομμουνιστές που τους καταδικάζουν ως προδότες δώσανε το αίμα τους για το ψωμί και τις ελευθερίες του λαού. «Αγωνιστήκαμε δίχως να γνωρίσουμε ύπνο για να προφτάσουμε την αυγή και το αύριο και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και εποχές στο μποί των ονείρων μας στο μπόι των ανθρώπων».

Εργογραφία

Στην τελευταία του επιστολή, από το κελί των μελλοθανάτων, ο Ν. Μπελογιάννης αναφέρεται στην ύπαρξη δύο δικών του βιβλίων με θέματα την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και την ιστορία της λογοτεχνίας της αντίστοιχα[2]. Από αυτά τα «χαμένα βιβλία», το πρώτο εκδίδεται το 1998 με αφορμή τον εορτασμό των 80 χρόνων του ΚΚΕ με τον τίτλο «Το Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα»[3]. Εκεί παρουσιάζεται η νεότερη ιστορία της Ελλάδας μέσω του εξωτερικού της δανεισμού. Από τα «Δάνεια της Ελευθερίας» του 1824 και τον ερχομό των Βαυαρών μέχρι και την εποχή της συγγραφής του βιβλίου, η ιστορία της Ελλάδας εμφανίζεται σαν μια ιστορία υποτέλειας σε ξένες δυνάμεις που, συχνά και υπό την αμφίεση του φιλελλινισμού, δανείζαν την χώρα με δυσχερείς, υπό το άρτιο όρους, αποσπώντας τα πολλαπλάσια με την συνέργια Ελλήνων πολιτικών.

Πολιτιστικές αναφορές

Πηγές

  • Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον Εμφύλιο στη Χούντα», τ. Α΄, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1977.
  • Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1993, σελ. 330, ISBN 960-7058-23-2 (για την ενότητα Διεθνής κινητοποίηση)

Κροποτκιν ένας αναρχικος πρίγκιπας

Πέτρος Κροπότκιν

 Ο Κροπότκιν από τον Ναντάρ
8 Φεβρουαρίου 1921 πριν προλάβει να τελειώσει το τελευταίο του έργο «Ethics» ο θεωρητικός του αναρχοκομμουνισμού θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Ντμίτροβ.

 

  Πατέρας του ο πρίγκιπας Αλεξέι Πέτροβιτς (Πιοτρ) Κροπότκιν (Ρώσικα: Пётр Алексеевич Кропоткин, Μόσχα, * 9 Δεκεμβρίου 1842), αξιωματικός του στρατού του Τσάρου, και μητέρα του η Αικατερίνα Νικολάεβνα Σουλίμα, κόρη στρατηγού με φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή της, την οποία όμως ο Κροπότκιν θα χάσει σε νεαρή ηλικία. Ο θάνατός της θα την επηρεάσει καθώς ο πατέρας του θα ξαναπαντρευτεί μία αυταρχική γυναίκα και οι σχέσεις τους θα κλονιστούν. Ακολουθώντας την πορεία που ο πατέρας του χάραξε για κείνον, σε ηλικία 15 ετών θα βρεθεί στην επίλεκτη στρατιωτική σχολή, το Σώμα των Πριγκίπων.

   Θα επιλέξει να μην υποταχτεί σε κάτι που δεν τον εκφράζει. Διαβάζει πολύ και επιδίδεται στην έκδοση μίας εφημερίδας. Αποφοιτώντας από τη σχολή θα ζητήσει να μετατεθεί σε σύνταγμα της Σιβηρίας. Τα πέντε χρόνια που θα παραμείνει εκεί αφιερώνεται σε γεωγραφικές έρευνες και μελέτες. Όταν θα του προταθεί η θέση του Γραμματέα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας, θα αρνηθεί. Το ίδιο θα κάνει και αργότερα. Θα απαρνηθεί όσους τίτλους του προτάθηκαν θέλοντας να αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη. Κι αυτό θα είναι η αρχή της αναρχικής πορείας του.

 Προκειμένου να μελετήσει το εργατικό κίνημα θα ταξιδέψει στην Ευρώπη. Πρώτη του στάση η Ελβετία και η Πρώτη Διεθνής της οποίας θα γίνει μέλος. Επόμενο βήμα η μύηση στον σοσιαλισμό, μέσω βιβλίων απαγορευμένων στη Ρωσία και επαφών του με σοσιαλιστές ηγέτες. Μέσα από την αναζήτηση θα καταλήξει στη δική του επιλογή. Τον κόσμο του αναρχισμού. Θα οδηγηθεί πίσω στη Ρωσία όπου και θα γίνει ενεργό μέλος μίας επαναστατικής ομάδας, των Τσαϊκόφσκι (μεγαλοαστοί και αριστοκράτες νέοι που μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και ιστορία στον αμόρφωτο πληθυσμό), αρχίζοντας παράλληλα να αναπτύσσει τις θεωρίες του. Το 1876 θα φυλακιστεί. Μετά από δύο χρόνια θα καταφέρει να αποδράσει και θα ζήσει στην Ευρώπη, ταξιδεύοντας μεταξύ Ελβετίας, Γαλλίας και Μ. Βρετανίας. Θα ζήσει 40 δημιουργικά χρόνια στα οποία θα γράψει τα σπουδαιότερα έργα του.

Ανάμεσα σε αυτά ο ύμνος του αναρχοκομμουνισμού «The Conquest of Bread» («Η κατάκτηση του ψωμιού»), «Mutual Aid» («Αλληλοβοήθεια»), «Memoirs of a Revolutionist» («Αναμνήσεις ενός επαναστάτη»), «Fields, Factories and Workshops» («Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια»). Στα έργα του είναι διάχυτος ο επηρεασμός του από την Παρισινή Κομούνα που αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της αναρχοκομουνιστικής θεωρίας του.

 Στο «The Conquest of Bread» και το τρίτο κεφάλαιο «Αναρχοκομμουνισμός» ο Κροπότκιν γράφει:

«Κάθε κοινωνία που έχει καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία θα αναγκαστεί, υποστηρίζουμε, να οργανωθεί στις γραμμές της Κομουνιστικής Αναρχίας. Η Αναρχία οδηγεί στον Κομουνισμό, και ο Κομουνισμός στην Αναρχία, που είναι και οι δυο τους εκφράσεις της κυρίαρχης τάσης στις σύγχρονες κοινωνίες, της αναζήτησης της ισότητας».

   Ως αναρχοκομουνιστής δίνει μεγάλη έμφαση στη δύναμη της λαϊκής μάζας. «Οι κομουνιστικές οργανώσεις δεν μπορεί να αφεθούν να δημιουργηθούν από νομοθετικά σώματα που ονομάζονται κοινοβούλια, δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια. Πρέπει να είναι δουλειά όλων, μια φυσική ανάπτυξη, ένα παράγωγο της εποικοδομητικής μεγαλοφυΐας των μαζών.»

    Βαθιά αντικαπιταλιστής, τοποθετούσε την απαρχή της κοινωνικής επανάστασης, στην ύπαρξη μίας ευημερούσας εργατικής τάξης που θα είχε θετικά αποτελέσματα στην παραγωγή χωρίς την παρεμβολή καμίας μορφής εξουσίας. Στη θεωρία του αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία με την ελεύθερη διάθεση όλων των αγαθών και υπηρεσιών, θεωρώντας το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής εμπόδιο για την πρόοδο και στέκεται απέναντι στο κράτος που την υπηρετεί, απορρίπτοντας τον μηχανισμό της αγοράς και το μισθολογικό σύστημα. Την ίδια ώρα, δεν αποδέχεται τα συστήματα του κολεκτιβισμού.

    «Κατά τη γνώμη μας οι κολεκτιβιστές υποπίπτουν σε ένα διπλό σφάλμα στα σχέδιά τους για την αναδόμηση της κοινωνίας. Ενώ κάνουν λόγο για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος σκοπεύουν απ την άλλη να διατηρήσουν δύο θεσμούς που αποτελούν καθαυτή τη βάση του συστήματος αυτού και οι οποίοι είναι η Κυβέρνηση των Αντιπροσώπων και το Μισθολογικό Σύστημα» γράφει χαρακτηριστικά.

 Σύμφωνα με τον Πιοτρ Κροπότκιν το οικονομικό σύστημα θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» δηλαδή κάθε τι που παράγεται πρέπει να διανέμεται και να ανταλλάσσεται με βάση τις επιταγές της κοινωνίας και τις ανάγκες του καθενός.

  Ο Κροπότκιν μετά τη σαραντάχρονη αναζήτηση του θα επιστρέψει στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917, στα 75 χρόνια. Θα γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από 60.000 Ρώσους και την προσωρινή επαναστατική Κυβέρνηση του Αλεξάντερ Κερένσκι. Και πάλι δεν θα συμβιβαστεί. Όταν θα του προταθεί η θέση του Υπουργού Παιδείας θα αρνηθεί. Παρότι η στάση του απέναντι στου Μπολσεβίκους υπήρξε κριτική – κάτι που καταμαρτυρούν οι επιστολές του προς τον Λένιν – θα επικεντρώσει τη δράση του εναντίον της αντεπανάστασης και των ξένων στρατών που στάλθηκαν στη Ρωσία.

 Δεν άντεξε όμως πολύ. Η χρόνια βρογχίτιδα από την οποία υπέφερε τον γονάτισε καθώς ένα κρυολόγημα θα εξελιχθεί σε πνευμονία. Τρία χρόνια μετά την επιστροφή του στην πατρίδα ο Κροπότκιν θα φύγει από τη ζωή. Η κηδεία του έγινε στο κοιμητήριο Νοβοντεβίτσι της Μόσχας παρουσία δεκάδων χιλιάδων αναρχικών και μετατράπηκε σε πορεία διαμαρτυρίας κατά των Μπολσεβίκων με την ανοχή του Λένιν που φοβήθηκε γενικευμένα επεισόδια σε περίπτωση απαγόρευσης ή επέμβασης. Η κηδεία του ήταν η τελευταία μαζική συγκέντρωση αναρχικών στη Ρωσία.

Έργα

Η κατάκτηση του ψωμιού
Αναμνήσεις ενός επαναστάτη
Η μεγάλη γαλλική Επανάσταση
Προς τους νέους
Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια
Αναρχική Ηθική
Αναρχία, η φιλοσοφία της και το ιδανικό της

Πετρ Κροπότκιν: Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη, Μετάφραση: Γεωργία Γιαννακοπούλου και Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Αθήνα, 2003

Πιοτρ Κροπότκιν – ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ (βίντεο)

Κροποτκιν «Ενας αναρχικος Πριγκιπας»
Η κατάκτηση του ψωμιού – Πέτρος Κροπότκιν220px-Kropotkin_Nadar

Ζαπατιστας…!!!

Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα ομιλίας του υποδιοικητή Μάρκος κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Οαχάκα, στο πλαίσιο της Άλλης Καμπάνιας. Απευθύνεται στα μέλη της Ιθαγενικής Οργάνωσης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων της Οαχάκα (OIDHO) και περιγράφει με απλά λόγια τη μέχρι στιγμής ιστορία των Ζαπατίστας.

 

Σύντροφοι και συντρόφισσες, καλησπέρα, ευχαριστούμε για τα λόγια σας και για τον χρόνο που μας δίνετε για να ακούσετε τα δικά μας.

Εμείς είμαστε ο Εθνικοαπελευθερωτικός Ζαπατιστικός Στρατός (EZLN), είμαστε ιθαγενείς από την Τσιάπας, η πλειοψηφία, σχεδόν όλοι, είμαστε ιθαγενείς από τις εθνότητες Τσελτάλ, Τσοτσίλ, Τσολ, Τοχολαμπάλ, Σόκε και Μάμε, που είναι ομάδες που υπάρχουν εκεί, όπως εδώ υπάρχουν Τσατίλ, Ουάβε, Μασατέκο, Σαποτέκο, Τσιναντέκο, Μιστέκο.

Εμείς λοιπόν, είδαμε ότι πια μας έχουν ξεχάσει, ότι είμαστε πολύ μόνοι, ότι δεν φτάνει τίποτα εκεί: δεν υπάρχουν σχολεία, υγεία, φάρμακα, καλή κατοικία και η γη που έχουμε είναι στα βουνά, σκέτη πέτρα –την καλή γη την κατέχουν οι γαιοκτήμονες, δηλαδή οι έποικοι. Και βλέπουμε, επίσης, ότι όταν έχουμε κάποια ανάγκη, καθώς η πλειοψηφία δεν μιλάει ισπανικά, παραβιάζουν τα δικαιώματά μας και ούτε που καταλαβαίνουμε τι λένε και τι κάνουν. Όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, παίρνουν κάποιον και τον κατηγορούν για ένα έγκλημα κι αυτός ούτε καν ήταν εκεί όταν συνέβη αλλά, καθώς δεν μιλάει ισπανικά, τον βάζουν φυλακή. Όταν χρειαζόμαστε κάποιο φάρμακο πάμε στην πόλη, μετά από πολλή δουλειά περπατάμε δυο και τρεις μέρες για να φτάσουμε εκεί που φτάνει το αυτοκίνητο και μετά α΄λλο τόσο για να φτάσουμε στην πόλη και, όταν φτάσουμε τελικά εκέι που είναι η κλινική, δεν μας δέχονται επειδή είμαστε ιθαγενείς. Είδαμε, επομένως, ότι υπάρχει μεγάλη περιφρόνηση επειδή είμαστε έτσι, με αυτό το χρώμα το μελαχρινό και τον δικό μας τρόπο, δηλαδή επειδή έχουμε, όπως κι εσείς, τον δικό μας τρόπο να ντυνόμαστε, να μιλάμε, τη δική μας κουλτούρα, όπως λέμε.

Είπαμε, λοιπόν, ότι ως εδώ, φτάνει πια, και αρχίσαμε να οργανωνόμαστε ένας ένας, μετά μια οικογένεια, μετά άλλη και μετά ένα ολόκληρο χωριό, μια ολόκληρη κοινότητα. Εκεί οι κοινότητες είναι μικρές, με 200-300 κατοίκους, περίπου 100 οικογένειες ή 50, και μετά αυτές οι κοινότητες ενώθηκαν με άλλες και άρχισαν να αυξάνονται πολύ όταν άλλαξε το άρθρο του Συντάγματος που έδινε δικαίωμα στη γη. Τότε, λοιπόν, γέμισαν με πολύ θάρρος και θυμό οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες.

Έτσι, αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε με όπλα. Ήμασταν 10 χρόνια κρυμμένοι και προετοιμαζόμασταν να πολεμήσουμε, όχι να μιλήσουμε ούτε να ακούσουμε ούτε να πάμε και να ζητήσουμε από την κυβέρνηση, αλλά για να παλέψουμε με τα όπλα ενάντια στον ομοσπονδιακό στρατό και την αστυνομία, ετοιμαζόμασταν για να κάνουμε πόλεμο και να ρίξουμε την κακή κυβέρνηση. Και όλα αυτά τα κάναμε σιωπηλά, δεν μπορούσαμε να τα κάνουμε δημόσια γιατί θα μας άκουγε η κυβέρνηση και θα μας ανακάλυπτε. Τα κάναμε μυστικά λοιπόν, αλλά ήταν ένα μυστικό πολλών ανθρώπων, αντρών, γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων, όλοι ήξεραν ότι προετοιμαζόμαστε, αλλά κανείς δεν έλεγε τίποτα. Και καθώς από την κυβέρνηση δεν ερχόταν κανείς εκεί, επειδή είμαστε ιθαγενείς και φτωχοί, κανείς δεν πήρε χαμπάρι.

Έφτασε έτσι η μέρα που ήμασταν έτοιμοι και τότε έφτασε η διαταγή από τις κοινότητες να ξεκινήσουμε, γιατί εκεί, όπως και εδώ στις δικές σας οργανώσεις, διατάζει η κοινότητα. Και τότε οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των κοινοτήτων είπαν ότι πρέπει να κάνουμε τον αγώνα και το είπαν όλοι: οι ενήλικες, οι νέοι, οι γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά είπαν τη γνώμη τους. Τότε εμείς σκεφτήκαμε ότι δουλειά μας δεν ήταν να μιλάμε, όπως κάνουμε τώρα, αλλά να κυβερνάμε έναν στρατό, έναν λαϊκό στρατό όμως. Σκεφτήκαμε λοιπόν: τους περιμένουμε στα βουνά, σαν αντάρτικο, όπως όμως θα έρθουν στρατιώτες να μας επιτεθούν ή πάμε εμείς εκεί που είναι αυτοί, στις πόλεις; Σκεφτήκαμε λοιπόν, ότι αν αγωνιστούμε εκεί στα βουνά γρήγορα θα πουν ότι είμαστε εγκληματίες, έμποροι ναρκωτικών ή ότι κλέβουμε ζώα, ότι είμαστε κακοί άνθρωποι και κανείς δεν θα μας δώσει σημασία. Οπότε αποφασίσαμε ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να επιτεθούμε στην πόλη με τα όπλα: δεν πήγαμε να διαδηλώσουμε, πήγαμε οπλισμένοι.

Και τους την πέσαμε τα ξημερώματα της 1ης Γενάρη του ’94, όταν όλοι γιορτάζανε και τα πίνανε, ήταν δηλαδή αφηρημένοι, τους επιτεθήκαμε λοιπόν, και δεν ήμασταν λίγοι: ήμασταν χιλιάδες άντρες και γυναίκες, πολλές από τις γυναίκες με βαθμό αξιωματικού και αρκετές ήταν διοικήτριες –μία ήταν η διοικήτρια Ραμόνα που πέθανε πρόσφατα. Επιτεθήκαμε λοιπόν σε εφτά πόλεις, εφτά πρωτεύουσες δήμων, νικήσαμε την αστυνομία και άρχισαν οι συγκρούσεις με τον στρατό. Προετοιμαστήκαμε 10 χρόνια γι’ αυτό και ήρθαν τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες, όμως αυτά ήταν αληθινά, και αρχίσαμε να πολεμάμε εναντίον τους, ρίξαμε μερικά ελικόπτερα και αεροπλάνα, και τότε άρχισαν να μας βομβαρδίζουν …

Όμως, καθώς είχαμε πάει στην πόλη, μας είδε εκεί πολύς κόσμος. Και η ανησυχία μας ήταν τι θα απογίνουν οι οικογένειες των συντρόφων, ότι θα τους κάνανε κακό, γιατί όλοι γνωρίζονται στις κοινότητες … Έτσι μας ήρθε η ιδέα να καλύψουμε τα πρόσωπά μας: άλλοι τα κάλυψαν απλώς με ένα μαντήλι (παλιακάτε) και άλλοι με κουκούλες (πασαμοντάνιας). Και πήραμε την πόλη υπό τον έλεγχό μας. Και έφτασαν δημοσιογράφοι απ΄ όλα τα μέρη, άρχισαν να τραβάνε φωτογραφίες και τότε έγινε σύμβολό μας η κουκούλα, που ήταν μαύρη γιατί έχουμε το χρώμα της γης, και έτσι αρχίζει να γίνεται γνωστό σε όλο τον κόσμο αυτό που συμβαίνει. Και όλοι κατάλαβαν ότι ήταν ψέματα αυτά που έλεγε η κυβέρνηση, όπως είναι κι αυτά που λέει τώρα, ότι δηλαδή όλα είναι καλά και ο κόσμος είναι ευχαριστημένος … Τα ίδια έλεγε και τότε: ότι είμαστε χώρα μοντέρνα πια, όπως οι ΗΠΑ, όλοι έχουν αμάξι, τηλεόραση, καλό σπίτι, καλά χωράφια, τρακτέρ, τα πάντα. Όταν λοιπόν ξεσηκωθήκαμε, άρχισαν να έρχονται οι ειδήσεις του πως είναι οι ιθαγενικές κοινότητες στην Τσιάπας και αρχίζουν όλοι να μας κοιτάνε και να ακούνε τη φωνή μας. Γι’ αυτό εμείς λέμε ότι όταν κρύψαμε τα πρόσωπά μας μάς είδαν, ενώ όταν κυκλοφορούσαμε έτσι, «φυσιολογικοί», κανείς δεν μας έδινε σημασία.

Τότε, λοιπόν, έγινε μεγάλη φασαρία και κινητοποίηση, πολύς θόρυβος, γίνανε πολλές πορείες που έλεγαν ότι δεν πρέπει να πολεμάμε, πρέπει να βρούμε λύση με τον διάλογο. Είδαμε ότι υπάρχει πολύς κόσμος που λέει ότι δεν είναι δίκαιο να ζουν έτσι οι ιθαγενείς. Και εμείς είπαμε: πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσουμε αυτόν τον κόσμο που μας μιλάει, να δούμε γιατί συμφωνεί με τον αγώνα μας, αλλά δεν συμφωνεί με τον ένοπλο αγώνα. Και αρχίσαμε λοιπόν να ξύνουμε το κεφάλι μας και να σκεφτόμαστε: προετοιμαστήκαμε 10 χρόνια για να κάνουμε πόλεμο και τώρα μας λένε ότι είναι καλύτερα να μιλήσουμε, οπότε τι κάνουμε;

Και είπαμε να πάμε να μιλήσουμε και με την κυβέρνηση και με τον κόσμο. Και έφτασε πολύς κόσμος σας κι εσάς, κόσμος απλός και ταπεινός, είπε ότι θα προσέχει να μην πάθουμε τίποτα και έκανε μια μεγάλη ζώνη ασφαλείας στον καθεδρικό ναό του Σαν Κριστόμπαλ, κι εκεί μιλήσαμε με την κυβέρνηση. Και είπαμε αυτά που θέλαμε, αυτά για τα οποία αγωνιζόμαστε.

Είπαμε ότι θέλουμε στέγη, δηλαδή γερή και καλή κατοικία με νερό, φως και πάτωμα. Εμείς ζούμε πάνω στη γη, οι τοίχοι μας είναι από λάσπη και η στέγη από άχυρο, μαγειρεύουμε στη φωτιά, και στην κουζίνα κοιμούνται και τα ζώα, εκεί είναι το και κρεβάτι μας …Είπαμε λοιπόν, ότι θέλουμε κατοικία αξιοπρεπή.

Θέλουμε γη, γιατί η γη που έχουμε είναι σκέτη πέτρα. Καλή γη για να δουλέψουμε, αλλά με τα όλα της, γιατί η γη δεν είναι μόνο να έχεις ένα κομμάτι, χρειάζεσαι σπόρους, μηχανήματα και μια καλή τιμή για το προϊόν, γιατί δεν γίνεται να δουλεύεις όλη μέρα και το προϊόν σου να είναι τόσο φτηνό στην αγορά: ό,τι και να παράγεις, είτε είναι καφές, καλαμπόκι, φασόλια, στο πληρώνουν πολύ φτηνά.

Θέλουμε δουλειά, αξιοπρεπή δουλειά όμως, δηλαδή να μας πληρώνουν ένα δίκαιο μισθό και να σέβονται τα εργασιακά μας δικαιώματα.

Θέλουμε καλή διατροφή, γιατί τα παιδιά μας δεν τρέφονται καλά, γιατί έχουμε μόνο τορτίγιες και τσίλι, αλλά κρέας… ξέχασέ το, μόνο στις γιορτές λίγο κοτόπουλο.

Θέλουμε υγεία, δηλαδή νοσοκομεία, γιατρούς, νοσοκόμες, φάρμακα και προγράμματα για να μην υπάρχουν τόσες αρρώστιες, θέλουμε εμβόλια… δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά.

Θέλουμε εκπαίδευση, δεν υπήρχαν σχολεία και όταν υπήρχαν ήταν 4 παλούκια με μια οροφή και ο δάσκαλος ποτέ δεν ερχόταν βέβαια και όταν ερχόταν ήταν μεθυσμένος ή ερχόταν μια μέρα και δεν ερχόταν την άλλη, οπότε τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς μόρφωση.

Θέλουμε και ανεξαρτησία, γιατί η χώρα μας, το Μεξικό, δεν είναι ανεξάρτητη, δηλαδή τη χώρα μας δεν την κυβερνούν οι Μεξικάνοι, ξέρουμε πολύ καλά ποιος την κυβερνά: οι γκρίνγκος.

Θέλουμε ελευθερία, ελευθερία ως ιθαγενείς λαοί, γιατί μας εκμεταλλεύονται πολύ, ελευθερία ως Μεξικανοί, ελευθερία για να μπορούμε να μιλάμε, να αγωνιζόμαστε όπως θέλουμε.

Και ακόμα, θέλουμε δικαιοσύνη, και δικαιοσύνη είναι να τιμωρείται όποιος κάνει έγκλημα κι εμείς ξέρουμε καλά ποιος κάνει κακό εδώ: η κυβέρνηση. Αυτούς λοιπόν να βάλουν φυλακή. Δίκαιο δεν είναι να βάζουν φυλακή αυτόν που αγωνίζεται για τα δικαιώματά του.

Και, επίσης, θέλουμε ειρήνη, γιατί αυτό που ζούμε δεν είναι ειρήνη, είναι σαν πόλεμος, μόνο που μας σκοτώνουν έτσι, σιωπηλά, όχι με βόμβες, μας αφήνουν στη λήθη.

Και τότε η κυβέρνηση έκανε τη λίστα της, μην ανησυχείς θα στα δώσω, είπε, κι εμείς είπαμε κάτσε, εμείς τα θέλουμε όλα αυτά για όλους τους Μεξικανούς και τις Μεξικανές όχι μόνο για μας, και τότε η κυβέρνηση είπε είσαι τρελός; Είσαι απλώς ένας Ινδιάνος, που ζεις στην Τσιάπας, στα βουνά… Εμείς είπαμε, όμως, ότι τα θέλουμε αυτά για όλους τους Μεξικανούς και δεν θα σταματήσουμε μέχρι να έχουν όλοι αυτά που ζητάμε.

Και η μεξικανική κυβέρνηση έξυσε το κεφάλι της και είπε όχι λοιπόν, είναι πολλά αυτά που ζητάς, δεν μπορώ να στα δώσω όλα, θα δούμε… Και όταν φεύγει πια η κυβέρνηση να πάει στην πόλη, αρχίζουμε να μιλάμε με τους συντρόφους της ζώνης ασφαλείας και αρχίζουν να μας διηγούνται ότι υπάρχουν κι άλλα μέρη, όπου οι άνθρωποι επίσης αγωνίζονται αλλά όχι με τα όπλα, όπου οι άνθρωποι οργανώνονται για να παλέψουν αλλά με μέσα ειρηνικά… Και επιστρέψαμε λοιπόν στα βουνά, αλλά όταν φύγαμε για τον πόλεμο περάσαμε και πήραμε όλη τη γη, σύντροφοι, όλη, και ο γαιοκτήμονας έφυγε τρέχοντας και τότε αυτή η γη μοιράστηκε στους χωρικούς, καλή γη, πεδιάδες με νερό, μοιράστηκε λοιπόν και αρχίσαμε να τη δουλεύουμε συλλογικά, όπως είναι ο δικός μας τρόπος, ο τρόπος των ιθαγενών λαών.

Όσο μιλάγαμε με τους συντρόφους, μας ήρθε η ιδέα να τους καλέσουμε σε διάλογο, όχι πάλι με την κυβέρνηση, αλλά με ανθρώπους καθημερινούς που θέλουν να αγωνιστούν. Και τότε αρχίσαμε να γνωρίζουμε άλλους ιθαγενείς λαούς και την οργάνωσή τους και να μιλάμε μ’ αυτούς. Και έρχεται κάποιος και λέει ότι πρέπει να αγωνιστούμε ειδικά για τα δικαιώματα και την κουλτούρα των ιθαγενών και είπαμε εμείς ότι αυτό δεν είναι σωστό, γιατί είμαστε ιθαγενείς και δεν μας σέβονται ως τέτοιους. Μας είπαν επίσης ότι μας μένει ακόμη να παλέψουμε για την πληροφόρηση, γιατί όλες οι εφημερίδες, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο λένε ψέματα, πρέπει επιτέλους να πουν την αλήθεια.

Οπότε είπαμε ότι τα αιτήματά μας, αυτά για τα οποία πήραμε τα όπλα, είναι 13: στέγη, γη, δουλειά, ψωμί, υγεία, εκπαίδευση, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, δημοκρατία, ελευθερία, ειρήνη, ιθαγενική κουλτούρα, πληροφόρηση.

Αρχίσαμε να μιλάμε λοιπόν με όλους αυτούς τους συντρόφους και να ακούμε τι σκέφτονται για μας. Και είπαμε ότι για να πετύχουμε αυτά τα 13 σημεία για τα οποία αγωνιζόμαστε πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ενωθούμε με τους υπόλοιπους συντρόφους, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα ενωθούμε με τον πόλεμο, πρέπει να σεβαστούμε τον αγώνα τους. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση είπε ότι θα εκπληρώσει τις συμφωνίες και υπογράφει τις Συμφωνίες του Σαν Αντρές, και λέει: θα σεβαστώ τα δικαιώματα και την κουλτούρα των ιθαγενών, θα σεβαστώ ότι στη γη των ιθαγενών κυβερνά η ιθαγενική κοινότητα και δεν θα ξανακάνω τίποτα χωρίς την άδεια της κοινότητας. Κι εμείς μείναμε ικανοποιημένοι… αλλά δεν έγινε τίποτα, περνάει ο καιρός, περνάνε οι μέρες, τα χρόνια και η κυβέρνηση δεν εκπληρώνει αυτό που υποσχέθηκε…

Τότε είπαμε ότι θα καλέσουμε όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες για να κάνουμε μια πορεία. Κάναμε την πορεία το 2001, αν θυμάστε, φτάσαμε μέχρι εκεί που είναι η κυβέρνηση, μαζεύτηκαν πολλοί ιθαγενείς και εκατομμύρια Μεξικανοί που συμφωνούν με τον αγώνα, μέχρι και άνθρωποι από άλλες χώρες είπαν ότι συμφωνούν με τον αγώνα μας. Είπαμε λοιπόν ότι θέλουμε να μας ακούσει η κυβέρνηση, αλλά αυτή δεν θέλει να μπούμε εκεί που είναι οι βουλευτές και οι γερουσιαστές, λέει ότι εδώ δεν μπαίνουν Ινδιάνοι, κυρίως το λέει αυτό το κόμμα που ονομάζεται ΡΑΝ, του Φοξ δεν του αρέσει να μιλάνε οι ιθαγενείς. Και όλοι είπαν ότι πρέπει να μιλήσουμε και τελικά μίλησε μια μικρόσωμη γυναίκα, δεν μίλησα εγώ, αλλά μια γυναίκα που λέγεται διοικήτρια Εστέρ, και αυτή είπε «εγώ δεν μιλάω σαν Ζαπατίστρια, δεν μιλάω σαν Εστέρ, μιλάω εκ μέρους όλων των ιθαγενών γυναικών». Και μίλησε πολύ ωραία, κανείς βουλευτής ή γερουσιαστής δεν μίλησε σαν αυτή τη συντρόφισσα, και μίλησαν κι άλλες συντρόφισσες και σύντροφοι.

Και γυρίσαμε άλλη μια φορά ικανοποιημένοι στην Τσιάπας, και τότε η κυβέρνηση έκανε απατεωνιά: συμφωνούν όλα τα πολιτικά κόμματα, το PRI, το ΡΑΝ, και το PRD, και λένε «δεν μας συμφέρει να κάνουμε τον νόμο, γιατί οι ιθαγενείς λαοί θα οργανωθούν και ο τρόπος των ιθαγενών λαών δεν είναι αυτός ενός πολιτικού κόμματος, οπότε δεν θα τους ελέγχουμε». Έτσι αλλάζουν τον νόμο και πάνε και εγκρίνουν έναν νόμο ίδιο με τον προηγούμενο. Και εμείς είπαμε ότι δεν αξίζει τον κόπο, σε τι χρησιμεύει να κάνεις διάλογο με την κυβέρνηση αν δεν εκπληρώνει τον λόγο της;

Είπαμε, λοιπόν, ότι θα εφαρμόσουμε εμείς οι ίδιοι στις κοινότητές μας τις Συμφωνίες του Σαν Αντρές και άρχισαν τα ίδια τα χωριά να οργανώνονται και να διορίζουν τις αρχές τους και ότι δεν θα ζητήσουμε πια τίποτα από την κυβέρνηση. Αρχίσαμε να κάνουμε σχολεία, νοσοκομεία, να βελτιώνουμε την εκπαίδευση. Και όλα αυτά τα κάναμε με κόσμο που μας στήριξε, κόσμο που έφτανε εκεί και έκανε προγράμματα και δούλευε, και έτσι γίνανε όλα αυτά.

Και αρχίσαμε να βλέπουμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι «γαμάτοι» γαμάνε ολόκληρη τη χώρα, ενοχλούν τους δασκάλους, τους εργαζόμενους, τους στερούν όλα τα δικαιώματα και κάθε φορά περισσότερο καταστρέφουν τη φύση, εσείς το ξέρετε, ως ιθαγενείς λαοί, ότι αν καταστραφεί η φύση δεν θα υπάρχει τίποτα πια… Και καταστρέφουν δάση, ποτάμια και λίμνες, τα πάντα. Βλέπουμε, επίσης, ότι θέλουν τη γη μας, ο καπιταλισμός θέλει τη γη των αγροτών αλλά χωρίς τους αγρότες, τη γη των ιθαγενών αλλά χωρίς τους ιθαγενείς, τη θέλει για να την εκμεταλλευτεί, για να πάρει ξύλα, να εμφιαλώσει το νερό και να το πουλήσει. Και εμείς είπαμε ότι δεν θα αντέξουμε, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε παραπέρα. Είπαμε ότι θα παλέψουμε για τα 13 σημεία για όλους τους Μεξικανούς, αλλά όχι με τα όπλα, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να κάνουμε μια οργάνωση, ένα κίνημα πολιτών, ειρηνικό.

Τότε ήταν που βγάλαμε την Έκτη Διακήρυξη και ερχόμαστε τώρα να μιλήσουμε μαζί σας, γιατί δεν σας προσκαλούμε σε ένοπλο αγώνα, σας προσκαλούμε να ενωθούμε σε ένα κίνημα ειρηνικό. Πριν αν κάποιος ήθελε να μιλήσουμε έπρεπε να έρθει στην Τσιάπας, όποιος όμως δεν μπορούσε δεν ερχόταν και έτσι μιλούσαμε με λίγο κόσμο. Οπότε είπαμε: αν δεν μπορείτε να έρθετε εσείς, ερχόμαστε εμείς, αλλά δεν θα έρθουμε μόνο να μιλήσουμε και να φάμε, θα κάνουμε ένα σχέδιο. Τι σχέδιο να κάνουμε όμως; Και είπαμε ότι αφού πρόκειται για διαφορετικούς τρόπους, για άλλους αγώνες, πρέπει να ακούσουμε πρώτα, οπότε θα κάνουμε ό,τι κάναμε εμείς οι Ζαπατίστας, που πρώτα συμφώνησαν οι κοινότητες και μετά κάναμε ό,τι κάναμε. Θα κάνουμε δηλαδή σαν ήταν όλο το Μεξικό κοινότητες: θα περάσουμε να μιλήσουμε με όλους, να μας πουν, να συζητήσουμε, κι έτσι να βγει ένα σχέδιο από όλους μας, όχι μόνο ζαπατιστικό. Κι έτσι βγάλαμε την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα…»

Καταγραφή ομιλίας: Χρήστος Στεφάνου
Επιλογή-μετάφραση: Ματούλα Παπαδημητρίου.
Περιοδικό αλάνα, τεύχος 2, Ιούνιος 2006