Κροποτκιν ένας αναρχικος πρίγκιπας

Πέτρος Κροπότκιν

 Ο Κροπότκιν από τον Ναντάρ
8 Φεβρουαρίου 1921 πριν προλάβει να τελειώσει το τελευταίο του έργο «Ethics» ο θεωρητικός του αναρχοκομμουνισμού θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Ντμίτροβ.

 

  Πατέρας του ο πρίγκιπας Αλεξέι Πέτροβιτς (Πιοτρ) Κροπότκιν (Ρώσικα: Пётр Алексеевич Кропоткин, Μόσχα, * 9 Δεκεμβρίου 1842), αξιωματικός του στρατού του Τσάρου, και μητέρα του η Αικατερίνα Νικολάεβνα Σουλίμα, κόρη στρατηγού με φιλελεύθερες ιδέες για την εποχή της, την οποία όμως ο Κροπότκιν θα χάσει σε νεαρή ηλικία. Ο θάνατός της θα την επηρεάσει καθώς ο πατέρας του θα ξαναπαντρευτεί μία αυταρχική γυναίκα και οι σχέσεις τους θα κλονιστούν. Ακολουθώντας την πορεία που ο πατέρας του χάραξε για κείνον, σε ηλικία 15 ετών θα βρεθεί στην επίλεκτη στρατιωτική σχολή, το Σώμα των Πριγκίπων.

   Θα επιλέξει να μην υποταχτεί σε κάτι που δεν τον εκφράζει. Διαβάζει πολύ και επιδίδεται στην έκδοση μίας εφημερίδας. Αποφοιτώντας από τη σχολή θα ζητήσει να μετατεθεί σε σύνταγμα της Σιβηρίας. Τα πέντε χρόνια που θα παραμείνει εκεί αφιερώνεται σε γεωγραφικές έρευνες και μελέτες. Όταν θα του προταθεί η θέση του Γραμματέα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας, θα αρνηθεί. Το ίδιο θα κάνει και αργότερα. Θα απαρνηθεί όσους τίτλους του προτάθηκαν θέλοντας να αφιερώσει τη ζωή του στον αγώνα για την κοινωνική δικαιοσύνη. Κι αυτό θα είναι η αρχή της αναρχικής πορείας του.

 Προκειμένου να μελετήσει το εργατικό κίνημα θα ταξιδέψει στην Ευρώπη. Πρώτη του στάση η Ελβετία και η Πρώτη Διεθνής της οποίας θα γίνει μέλος. Επόμενο βήμα η μύηση στον σοσιαλισμό, μέσω βιβλίων απαγορευμένων στη Ρωσία και επαφών του με σοσιαλιστές ηγέτες. Μέσα από την αναζήτηση θα καταλήξει στη δική του επιλογή. Τον κόσμο του αναρχισμού. Θα οδηγηθεί πίσω στη Ρωσία όπου και θα γίνει ενεργό μέλος μίας επαναστατικής ομάδας, των Τσαϊκόφσκι (μεγαλοαστοί και αριστοκράτες νέοι που μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και ιστορία στον αμόρφωτο πληθυσμό), αρχίζοντας παράλληλα να αναπτύσσει τις θεωρίες του. Το 1876 θα φυλακιστεί. Μετά από δύο χρόνια θα καταφέρει να αποδράσει και θα ζήσει στην Ευρώπη, ταξιδεύοντας μεταξύ Ελβετίας, Γαλλίας και Μ. Βρετανίας. Θα ζήσει 40 δημιουργικά χρόνια στα οποία θα γράψει τα σπουδαιότερα έργα του.

Ανάμεσα σε αυτά ο ύμνος του αναρχοκομμουνισμού «The Conquest of Bread» («Η κατάκτηση του ψωμιού»), «Mutual Aid» («Αλληλοβοήθεια»), «Memoirs of a Revolutionist» («Αναμνήσεις ενός επαναστάτη»), «Fields, Factories and Workshops» («Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια»). Στα έργα του είναι διάχυτος ο επηρεασμός του από την Παρισινή Κομούνα που αποτέλεσε ακρογωνιαίο λίθο της αναρχοκομουνιστικής θεωρίας του.

 Στο «The Conquest of Bread» και το τρίτο κεφάλαιο «Αναρχοκομμουνισμός» ο Κροπότκιν γράφει:

«Κάθε κοινωνία που έχει καταργήσει την ιδιωτική ιδιοκτησία θα αναγκαστεί, υποστηρίζουμε, να οργανωθεί στις γραμμές της Κομουνιστικής Αναρχίας. Η Αναρχία οδηγεί στον Κομουνισμό, και ο Κομουνισμός στην Αναρχία, που είναι και οι δυο τους εκφράσεις της κυρίαρχης τάσης στις σύγχρονες κοινωνίες, της αναζήτησης της ισότητας».

   Ως αναρχοκομουνιστής δίνει μεγάλη έμφαση στη δύναμη της λαϊκής μάζας. «Οι κομουνιστικές οργανώσεις δεν μπορεί να αφεθούν να δημιουργηθούν από νομοθετικά σώματα που ονομάζονται κοινοβούλια, δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια. Πρέπει να είναι δουλειά όλων, μια φυσική ανάπτυξη, ένα παράγωγο της εποικοδομητικής μεγαλοφυΐας των μαζών.»

    Βαθιά αντικαπιταλιστής, τοποθετούσε την απαρχή της κοινωνικής επανάστασης, στην ύπαρξη μίας ευημερούσας εργατικής τάξης που θα είχε θετικά αποτελέσματα στην παραγωγή χωρίς την παρεμβολή καμίας μορφής εξουσίας. Στη θεωρία του αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία με την ελεύθερη διάθεση όλων των αγαθών και υπηρεσιών, θεωρώντας το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής εμπόδιο για την πρόοδο και στέκεται απέναντι στο κράτος που την υπηρετεί, απορρίπτοντας τον μηχανισμό της αγοράς και το μισθολογικό σύστημα. Την ίδια ώρα, δεν αποδέχεται τα συστήματα του κολεκτιβισμού.

    «Κατά τη γνώμη μας οι κολεκτιβιστές υποπίπτουν σε ένα διπλό σφάλμα στα σχέδιά τους για την αναδόμηση της κοινωνίας. Ενώ κάνουν λόγο για την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος σκοπεύουν απ την άλλη να διατηρήσουν δύο θεσμούς που αποτελούν καθαυτή τη βάση του συστήματος αυτού και οι οποίοι είναι η Κυβέρνηση των Αντιπροσώπων και το Μισθολογικό Σύστημα» γράφει χαρακτηριστικά.

 Σύμφωνα με τον Πιοτρ Κροπότκιν το οικονομικό σύστημα θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του» δηλαδή κάθε τι που παράγεται πρέπει να διανέμεται και να ανταλλάσσεται με βάση τις επιταγές της κοινωνίας και τις ανάγκες του καθενός.

  Ο Κροπότκιν μετά τη σαραντάχρονη αναζήτηση του θα επιστρέψει στη Ρωσία τον Ιούνιο του 1917, στα 75 χρόνια. Θα γίνει δεκτός με ενθουσιασμό από 60.000 Ρώσους και την προσωρινή επαναστατική Κυβέρνηση του Αλεξάντερ Κερένσκι. Και πάλι δεν θα συμβιβαστεί. Όταν θα του προταθεί η θέση του Υπουργού Παιδείας θα αρνηθεί. Παρότι η στάση του απέναντι στου Μπολσεβίκους υπήρξε κριτική – κάτι που καταμαρτυρούν οι επιστολές του προς τον Λένιν – θα επικεντρώσει τη δράση του εναντίον της αντεπανάστασης και των ξένων στρατών που στάλθηκαν στη Ρωσία.

 Δεν άντεξε όμως πολύ. Η χρόνια βρογχίτιδα από την οποία υπέφερε τον γονάτισε καθώς ένα κρυολόγημα θα εξελιχθεί σε πνευμονία. Τρία χρόνια μετά την επιστροφή του στην πατρίδα ο Κροπότκιν θα φύγει από τη ζωή. Η κηδεία του έγινε στο κοιμητήριο Νοβοντεβίτσι της Μόσχας παρουσία δεκάδων χιλιάδων αναρχικών και μετατράπηκε σε πορεία διαμαρτυρίας κατά των Μπολσεβίκων με την ανοχή του Λένιν που φοβήθηκε γενικευμένα επεισόδια σε περίπτωση απαγόρευσης ή επέμβασης. Η κηδεία του ήταν η τελευταία μαζική συγκέντρωση αναρχικών στη Ρωσία.

Έργα

Η κατάκτηση του ψωμιού
Αναμνήσεις ενός επαναστάτη
Η μεγάλη γαλλική Επανάσταση
Προς τους νέους
Αγροί, εργοστάσια, εργαστήρια
Αναρχική Ηθική
Αναρχία, η φιλοσοφία της και το ιδανικό της

Πετρ Κροπότκιν: Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη, Μετάφραση: Γεωργία Γιαννακοπούλου και Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Αθήνα, 2003

Πιοτρ Κροπότκιν – ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ (βίντεο)

Κροποτκιν «Ενας αναρχικος Πριγκιπας»
Η κατάκτηση του ψωμιού – Πέτρος Κροπότκιν220px-Kropotkin_Nadar

O άνθρωπος με το γαρύφαλλο…

ΠΗΓΗ:Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν Έλληνας ηγέτης της αντίστασης κατά των Γερμανών και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ που εκτελέστηκε το 1952 ως κομμουνιστής με την κατηγορία της κατασκοπείας. Η δίκη και η εκτέλεσή του έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα και προκάλεσαν διεθνείς αντιδράσεις, ενώ έμειναν στην ιστορία ως παράδειγμα υπερβολικής σκληρότητας των μετεμφυλιοπολεμικών αντικομμουνιστικών διώξεων.

Η ζωή του

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Από μικρή ηλικία εντάχθηκε στο ΚΚΕ και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία στα χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά. Το 1941 παραδόθηκε στις γερμανικές αρχές Κατοχής μαζί με άλλους αριστερούς κρατουμένους.

Το 1943 κατάφερε να δραπετεύσει και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο στο πλευρό του Άρη Βελουχιώτη.

Κατά τον Εμφύλιο πόλεμο που επακολούθησε ήταν Πολιτικός Επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού και μετά την ήττα ήταν ένας από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν τη χώρα το 1949.

Εμπλέκεται στην εξόντωση πολλών εκατοντάδων αντιπάλων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατά την γνωστή σφαγή του Μελιγαλά, καθώς εστάλη ως απεσταλμένος του Γιώργη Σιάντου στην περιοχή συνοδεύοντας τον Άρη Βελουχιώτη και άλλα κομματικά στελέχη του ΚΚΕ.

Η σύλληψη και η δίκη του

Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα με σκοπό να ξαναφτιάξει τις οργανώσεις του παράνομου τότε ΚΚΕ στην Αθήνα, που είχαν διαλυθεί από τις συλλήψεις πολλών στελεχών του και από το φόβο. Στις 20 Δεκεμβρίου 1950 συνελήφθη και δικάστηκε με βάση το Ν. 509/1947, που θεωρούσε εγκληματική οργάνωση το ΚΚΕ και το είχε κηρύξει παράνομο. Επίσης, κατηγορήθηκε ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951 με 94 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο μετέπειτα δικτάτορας την 21η Απριλίου 1967, ως έκτακτος στρατοδίκης. Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν ο μοναδικός από τους στρατοδίκες που ψήφισε ενάντια στην θανατική καταδίκη του Μπελογιάννη. Μετά την διεθνή κατακραυγή που ακολούθησε, ο Νικόλαος Πλαστήρας δηλώνει ότι η απόφαση δε θα εκτελεστεί. Αποφασίζεται όμως ο Μπελογιάνης και ορισμένοι άλλοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε νέα δίκη με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας, με στόχο να αναιρεθεί η αμνηστία που υποχρεώθηκε να του δώσει. Εν τω μεταξύ στις 14 Νοεμβρίου 1951 βρίσκονται παράνομοι ασύρματοι στις περιοχές Καλλιθέας και Φαλήρου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους στρατοδίκες, για επιστράτευση του νόμου περί κατασκοπείας. Έτσι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι κατηγορούμενοι προσάγονται σε νέα δίκη. Η δεύτερη αυτή δίκη αρχίζει στις 15 Φεβρουαρίου 1952, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών. Ο Μπελογιάννης αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και πρόβαλε τις πατριωτικές του ενέργειες κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η δίκη του πήρε μεγάλη δημοσιότητα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη. Έμεινε γνωστός ως «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», από ένα φρέσκο κόκκινο γαρύφαλλο που κρατούσε καθημερινά. Ο Πάμπλο Πικάσο εμπνεύστηκε ένα διάσημο σκίτσο από την εικόνα του ανθρώπου με το γαρύφαλλο.

Διεθνής κινητοποίηση

Μέσα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, η κυβέρνηση Πλαστήρα λαμβάνει περίπου 250.000 τηλεγραφήματα από όλο τον κόσμο, με τα οποία πολλοί επώνυμοι και μη ζητούν τη σωτηρία του Μπελογιάννη. Ανάμεσά τους ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, καθώς και 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Πικάσσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν είναι μερικά μόνο από τα ονόματα διανοούμενων και καλλιτεχνών που προσπαθούν να σώσουν τον Μπελογιάννη.

Παρέμβαση υπέρ του Μπελογιάννη έκανε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Σπυρίδων λέγοντας: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Η καταδίκη και η εκτέλεσή του

Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση, το δικαστήριο αποτελούμενο αυτήν την φορά από τακτικούς στρατοδίκες, καταδίκασε τον Μπελογιάννη και τρεις ακόμα συντρόφους του ομόφωνα σε θάνατο. Λίγο αργότερα έρχεται στη δημοσιότητα το γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υπόσχεται να παρουσιαστεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολουθεί η διάψευση από τον Νίκο Ζαχαριάδη που γίνεται εκ του ασφαλούς από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Βουκουρεστίου όπου είχε καταφύγει, αλλά και από το ΚΚΕ, που χαρακτηρίζουν την επιστολή «μύθευμα της αστυνομίας», ενώ αντίθετα το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει πως ο γραφικός χαρακτήρας της επιστολής και η υπογραφή είναι γνήσια.
Πάντως όταν αυτό έγινε γνωστό ο ίδιος ο Ν. Μπελογιάνης που ανέμενε στη φυλακή απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων φέρεται να δήλωσε στον συνήγορό του Μηνά Γαλέο, που τον επισκέφτηκε ότι «ο Νίκος Πλουμπίδης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν όργανο της ασφάλειας».
Τελικά η επιστολή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν θα συναλλαγεί με τον καταζητούμενο για κομμουνιστική δράση Πλουμπίδη.

Η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε ποτέ, ούτε δόθηκε χάρη, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις. Τελικά, στις 30 Μαρτίου 1952, ημέρα Κυριακή και ώρα 4.10΄ τη νύχτα, οι τέσσερις μελλοθάνατοι μεταφέρθηκαν νωρίς το πρωί από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού. Η ώρα και η ημέρα της εκτέλεσης ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη (οι εκτελέσεις γινόταν πάντα με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ μέρα Κυριακή ακομα και απο τους Γερμανους Ναζι κατακτητες) και φέρεται να έγινε τότε για να προλάβουν οι υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος.

Το πολιτικό παρασκήνιο

Η δίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη συνέβησαν την περίοδο που ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας επιχειρούσε να επιβάλει πολιτική εθνικής συμφιλίωσης. Στο πρόγραμμά του ήταν η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και των πολιτικών κρατουμένων και ενδεχομένως ακόμα και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Η ενεργοποίηση όμως του νόμου περί κατασκοπείας και η καταδίκη του Μπελογιάννη ώθησαν τα πράγματα στα άκρα, αποκαλύπτοντας έτσι ότι η όλη υπόθεση υποκινήθηκε από ανώτερους αξιωματικούς, ΙΔΕΑτες έτσι ώστε να τορπιλιστεί η πολιτική Πλαστήρα. Ο ίδιος ο Πλαστήρας φέρεται να ήταν αντίθετος στις εκτελέσεις, όμως ήταν μόνος και άρρωστος, (οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί του Κέντρου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, που στήριζε την κυβέρνηση Πλαστήρα, και ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν υπέρ των εκτελέσεων). Επίσημα όμως δέψευσε ότι δεν ήταν κύριος της κατάστασης και ότι οι εκτελέσεις έγιναν χωρίς την έγκρισή του. Η εκτέλεση Μπελογιάννη κατέφερε πλήγμα στην αξιοπιστία της κεντρώας κυβέρνησης, η οποία σε ένα από τα βασικά της συνθήματα, την ειρήνευση, φάνηκε ανακόλουθη.

Με τον θάνατό του ο Μπελογιάννης έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής αριστεράς. Λίγες μέρες μετά την εκτέλεση το όνομά του δόθηκε σε ένα χωριό στην Ουγγαρία που στέγαζε Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Το χωριό Μπελογιάννης υπάρχει μέχρι σήμερα.

Πολιτιστικές αναφορές
Πάμπλο Πικάσο, σκίτσο «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».
Νίκου Τζίμα, ταινία «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» (1980).
Γιάννη Ρίτσου, ποιητική συλλογή «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».
Πίτερ ντε Φράντσια, «The Execution of Beloyannis» (Η εκτέλεση του Μπελογιάννη), (1953)

Ο ΕΡΝΕΣΤΟ ΓΚΕΒΑΡΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ … ΠΡΙΝ ΦΥΓΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ!!!

images21.jpg

«Αγαπημένα μου Ιλδίτα, Καμίλο, Σέλια και Ερνέστο,

Αν μια μέρα χρειαστεί να διαβάσετε τούτο το γράμμα, θα πει πώς πια δεν είμαι ανάμεσά σας.

Σχεδόν δε θα με θυμάστε πια και τα πιο μικρά θα μ’έχουν ξεχάσει.

Ο πατέρας σας ήταν ένας άνθρωπος που έπραττε όπως σκεφτόταν , και που ήταν σίγουρα πιστός στις πεποιθήσεις του.

Να μεγαλώσετε σαν καλοί επαναστάτες.

Να μελετάτε πολύ για να μπορέσετε να κυριαρχήσετε στη φύση. Να θυμάστε πώς είναι η Επανάσταση που είναι σημαντική και ότι ο καθένας μας, από μόνος του, δεν αξίζει τίποτα.

Να ‘στε κυρίως ικανά να αισθάνεστε, όσο πιο βαθιά μπορείτε, κάθε αδικία που γίνεται απέναντι σ’οποιονδήποτε σ’οποιαδήποτε χώρα του κόσμου.Είναι το πιο ωραίο χάρισμα ενός επαναστάτη.

Πάντα παιδιά μου, θα  ελπίζω να σας ξαναδώ. Ένα μεγάλο και δυνατό φιλί απ’ τον Μπαμπά.»

Αφιέρωμα στον Ernesto (che) Guevara!

 Η σύλληψη και το τέλος

Ανταποκριτής της Guardian στη Λατινική Αμερική, ο δημοσιογράφος Richard Gott ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το νεκρό Τσε λίγες ώρες μετά την εκτέλεσή του. Στο παρακάτω απόσπασμα, από το κλασικό πλέον βιβλίο του για το αντάρτικο της δεκαετίας του ’60 («Rural guerillas in Latin America», Λονδίνο 1970, εκδ.Penguin), o Gott αφηγείται αυτή του την εμπειρία.

  

  

images.jpg

8 Οκτωβρίου 1967.Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός, και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμαστε με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου.
«Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας. Μας εξήγησε μάλιστα ότι είχαν ενισχυθεί από 600 «ρέιντζερ», φρέσκους από το στρατόπεδο εκπαίδευσης που διηύθυναν οι Ειδικές Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών βορείως της Σάντα Κρουζ. Είπε ακόμη πώς έγινε η περικύκλωση των ανταρτών. Δυνατότητα διαφυγής υπήρχε μόνο από τη μία πλευρά, κι εκεί ο στρατός είχε σκορπίσει στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε αγρότες, ώστε να σημάνουν αμέσως συναγερμό μόλις δουν τους αντάρτες να περνούν από αυτό το σημείο. Από τα στοιχεία που μας είχαν δώσει κάτοικοι ενός χωριού στο οποίο μπήκαν οι αντάρτες περί το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς και από τη μαρτυρία δύο ανταρτών που είχαν συλληφθεί, δεν μας έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Τσε ήταν ο επικεφαλής τούτης της περικυκλωμένης ομάδας.
«Ο Τσε συνελήφθη», μας είπε ο γνωστός μας στο καφενείο, «αλλά είναι τραυματισμένος σοβαρά και μπορεί να μη βγάζει τη νύχτα. Οι υπόλοιποι αντάρτες παλεύουν απεγνωσμένα να τον πάρουν πίσω, ενώ ο διοικητής του λόχου ζητά να τους στείλουν ελικόπτερο ώστε να μπορέσουν να τον φυγαδεύσουν μακριά. Ο διοικητής είναι σε τέτοια αναστάτωση, ώστε τα λόγια του ήταν εντελώς ακατάληπτα. Το μόνο που κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν εκείνοι που τον άκουγαν ήταν η κραυγή ‘Τον πιάσαμε, τον πιάσαμε'».
Ο πληροφοριοδότης μας συνέχισε λέγοντας ότι πρέπει να νοικιάσουμε ελικόπτερο και να πετάξουμε αμέσως στην περιοχή των ανταρτών. Δεν ήξερε αν ο Τσε ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει, αλλά διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες να ζήσει ήταν πλέον ελάχιστες. Δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε ελικόπτερο, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο, άσε που σε κάθε περίπτωση στη Βολιβία είναι αδύνατη η πτήση μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι νοικιάσαμε ένα τζιπ και στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε.
Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο. Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, εδώ είχαν φέρει το σώμα του βολιβιανού αντάρτη «Κόκο» Περέντο και του Κουβανού «Μιγκέλ». Και στο νεκροταφείο κοντά στο αεροδρόμιο είχε ήδη ταφεί η «Τάνια», η όμορφη αντάρτισσα που σκοτώθηκε με άλλους εννέα στις 31 Αυγούστου στο Ρίο Γκράντε, σε ενέδρα όπου οδηγήθηκε με μπαμπεσιά. Οι κάτοικοι της Βαγεγκράντε έχουν πλέον εθιστεί σε τούτα τα πήγαιν’ έλα του στρατού.
Τα παιδιά έμοιαζαν περισσότερο αναστατωμένα. Έδειχναν με το χέρι στο βάθος του ορίζοντα και χοροπηδούσαν, καθώς τα μάτια τους βλέπουν μακρύτερα από τα μάτια των ενηλίκων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διακρίναμε ένα σημαδάκι στον ουρανό που σύντομα μεταμορφώθηκε σε ελικόπτερο. Μετέφερε δύο νεκρούς φαντάρους, δεμένους στα πέδιλά του. Τους έλυσαν βιαστικά και τους φόρτωσαν χωρίς πολλά πολλά σε ένα φορτηγό για να τους κουβαλήσει στην πόλη. Καθώς όμως το πλήθος διαλυόταν, εμείς μείναμε πίσω και φωτογραφίσαμε τα κιβώτια με τα ναπάλμ, προσφορά των βραζιλιάνικων ενόπλων δυνάμεων, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του αεροδρομίου. Και με τηλεφακό πήραμε φωτογραφίες ενός άνδρα με πράσινη στολή χωρίς διακριτικά, για τον οποίο μάθαμε ότι είναι πράκτορας της CIA.
Τέτοια επίδειξη θράσους από ξένους δημοσιογράφους -γιατί ήμαστε οι πρώτοι που έφθασαν στη Βαγεγκράντε- δεν ήταν νοητή, κι έτσι ο πράκτορας της CIA συνοδευόμενος από μερικούς βολιβιανούς αξιωματικούς επιχείρησε να μας πετάξει έξω από την πόλη. Ήμαστε όμως εφοδιασμένοι με κάμποσα διαπιστευτήρια ώστε να μπορούμε να αποδείξουμε την «καλή μας πίστη», οπότε ύστερα από αρκετή συζήτηση μας επιτράπηκε να παραμείνουμε. Το ένα και μοναδικό ελικόπτερο σηκώθηκε και πάλι και κατευθύνθηκε προς την εμπόλεμη ζώνη, τριάντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, μεταφέροντας και το συνταγματάρχη Σεντένο. Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε. Είδε το πτώμα και δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία. Ο συνταγματάρχης Σεντένο είναι έντιμος άνθρωπος, άμαθος να αποκαλύπτει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσουμε. Τρέξαμε στο μικρό ταχυδρομικό γραφείο και δώσαμε τα τηλεγραφήματά
μας προς τον έξω κόσμο σε έναν αιφνιδιασμένο και δύσπιστο υπάλληλο. Κανείς μας δεν πίστευε και πολύ ότι θα κατάφερναν να φθάσουν στον προορισμό τους.
Τέσσερις ώρες αργότερα, στις 5 ακριβώς, το ελικόπτερο γύρισε και πάλι, κουβαλώντας αυτή τη φορά ένα και μοναδικό μικρό σώμα δεμένο στα πέδιλά του. Αντί όμως να προσγειωθεί κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε, όπως έκανε τις προηγούμενες φορές, σταμάτησε στο κέντρο του αεροδρομίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των δημοσιογράφων. Αμέσως μας απαγορεύτηκε να διασπάσουμε τον κλοιό που σχημάτισαν αποφασισμένοι στρατιώτες. Πολύ γρήγορα, το πτώμα φορτώθηκε σε ένα κλειστό βαν μάρκας σέβρολετ που ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πηδήξαμε στο τζιπ που περίμενε εκεί δίπλα και ο τολμηρός οδηγός μας πήρε το βαν στο κατόπι. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Οι στρατιώτες επιχείρησαν να κλείσουν την πύλη προτού περάσουμε, αλλά ήμαστε αρκετά κοντά και τους εμποδίσαμε να το πετύχουν.
Η σέβρολετ ανηφόρισε μια απότομη πλαγιά και σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό παράπηγμα με καλαμωτή οροφή και τη μία πλευρά ανοιχτή στον ουρανό. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν προτού ανοίξει. Την ώρα που άνοιγε, πετάχτηκε έξω ο πράκτορας της CIA, ουρλιάζοντας στα αγγλικά: «Εντάξει, ας ξεκουμπιστούμε τώρα γρήγορα». Ο κακομοίρης ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι δύο άγγλοι δημοσιογράφοι περίμεναν στις δύο πλευρές της πόρτας.
Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα. Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα. Από τότε, η προσωπική μου ανάμνηση είχε αναμφίβολα επηρεαστεί από τις συχνές φωτογραφίες του στον τύπο και ομολογώ ότι είχα λησμονήσει το κορακίσιο χρώμα του μικρού γενιού του. Μου φάνηκε πιο κοντός και πιο αδύνατος απ’ ό,τι θυμόμουν. Οι μήνες της ζωής στη ζούγκλα είχαν προφανώς αφήσει τα ίχνη τους. Παρά τα ερωτηματικά, δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Γκεβάρα. Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι μέσα στο παράπηγμα που τους λιγότερο ταραγμένους καιρούς χρησίμευε για πλυσταριό, ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός.
Το σχήμα του γενιού, το περίγραμμα του προσώπου και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άλλον. Φορούσε πράσινη στολή εκστρατείας στο χρώμα της ελιάς και ένα τζάκετ με φερμουάρ. Στα πόδια φορούσε πράσινες ξεθωριασμένες κάλτσες και χειροποίητα παπούτσια. Καθώς ήταν ντυμένος, δυσκολευόμουν να δω πού ακριβώς είχε πληγωθεί. Είχε δύο φανερές οπές στη βάση του λαιμού και αργότερα, όταν καθάριζαν το σώμα, είδα μία ακόμη πληγή στο στομάχι. Δεν αμφισβητώ ότι είχε πληγές στα πόδια και κοντά στην καρδιά, αλλά δεν τις είδα.
Οι γιατροί εξέταζαν τις πληγές του λαιμού και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να υποθέσω ότι έψαχναν για τη σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα ετοίμαζαν το σωληνάκι που θα οδηγούσε τη φορμόλη στο σώμα για να το συντηρήσει. Ένας από τους γιατρούς άρχισε να καθαρίζει τα χέρια του νεκρού αντάρτη που ήταν καλυμμένα με αίμα. Αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε τίποτε απωθητικό στο πτώμα. Ο Τσε έμοιαζε ζωντανός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και λαμπερά, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να του τραβήξουν το χέρι έξω από το τζάκετ. Πρέπει να μην είχε πεθάνει πριν από πολλές ώρες και τη στιγμή εκείνη δεν πίστευα ότι δολοφονήθηκε μετά τη σύλληψή του. Όλοι υποθέταμε τότε ότι πέθανε από τις πληγές του και από έλλειψη ιατρικής φροντίδας τις πρώτες ώρες του πρωινού της Δευτέρας.
Οι άνθρωποι γύρω από το πτώμα ήταν περισσότερο αποκρουστικοί από το νεκρό: Μια καλόγρια που δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελό της και κάποιες φορές γελούσε δυνατά. Αξιωματικοί που κατέφθαναν με τις ακριβές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη σκηνή. Και, προφανώς, ο πράκτορας της CIA. Έμοιαζε να είναι επικεφαλής της όλης επιχείρησης και γινόταν έξαλλος κάθε φορά που κάποιος τον σημάδευε με τη φωτογραφική του μηχανή. «Από πού είσαι εσύ;», τον ρωτήσαμε στα αγγλικά, προσθέτοντας για πλάκα: «Από την Κούβα; Το Πόρτο Ρίκο;» Δεν έδειξε να διασκεδάζει και απάντησε κοφτά στα αγγλικά: «Από πουθενά». Τον ξαναρωτήσαμε αργότερα, αλλά τούτη τη φορά απάντησε στα ισπανικά «Que dice?» και υποκρίθηκε ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά. Ήταν ένας κοντός, γεροδεμένος τριανταπεντάρης με βαθουλωτά γουρουνίσια μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν Βορειοαμερικάνος ή κουβανός εξόριστος, γιατί μιλούσε αγγλικά και ισπανικά με την ίδια ευκολία και χωρίς ίχνος ιδιαίτερης προφοράς. Αργότερα ανακάλυψα ότι λέγεται Εντι Γκονζάλες και ήταν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στην Αβάνα πριν από την κουβανέζική επανάσταση.

images2.jpg